Σκοτώστε την αγελάδα σας!

Σκοτώστε την Αγελάδα! | Μια ιστορία του Εμίλιο Κρουζ από την Taxbg

Σκοτώστε Την Αγελάδα! – Taxbg

Σκοτώστε την αγελάδα. Μια διαφορετική ιστορία από την Taxbg. Πριν πολλά χρόνια, ήταν ένας σοφός γέροντας που είχε έναν νεαρό μαθητή. Ξεκίνησαν ένα ταξίδι μαζί, διάρκειας τεσσάρων ετών κατα το οποίο ο σοφός δάσκαλος, θα μάθαινε τα μυστικά της ευτυχισμένης ζωής και της επιτυχίας στον νεαρό. Ξεκίνησαν λοιπόν το ταξίδι τους από ένα μικρό φτωχικό χωριό.

Ο δάσκαλος, ζήτησε από το μαθητή του να διαλέξει το πιο φτωχικό σπίτι που υπήρχε εκεί και μετά να τους ζητήσουν να διανυκτερεύσουν εκεί. Πραγματικά, ο νεαρός μαθητής, υπάκουσε με μία σχετική απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του. Βρήκε το πιο φτωχό σπίτι και χτύπησαν τη πόρτα. Στο κατώφλι, εμφανίστηκε ένας νεαρός φανερά ταλαιπωρημένος και με μπαλωμένα ρούχα αλλά παρόλαυτα χαμογέλασε και τους ρώτησε τι θέλουν.

Ο δάσκαλος ρώτησε ευγενικά για το αν θα μπορούσαν να τους φιλοξενήσουν εκεί για το βράδυ.

-Αρκεί να μη σας πειράξει που θα μοιραστείτε το δωμάτιο με άλλους εφτά! Είπε αστειευόμενος ο νεαρός.

Ο Δάσκαλος και ο μαθητής του μπήκαν μέσα και η κατάσταση ήταν χειρότερη από ότι εξωτερικά. Μητέρα, πατέρας, τρία παιδιά και η γιαγιά και ο Παππούς, μοιράζονταν δύο φτωχικά δωματιάκια. Δεν υπήρχαν καν κρεββάτια κανονικά, παρά αυτοσχέδια κομματια με υφάσματα, παραγεμισμένα με κουρέλια. Παρόλαυτα η οικογένεια τους καλοδέχτηκε και μοιράστηκε μαζί τους το λιγοστό γάλα και τυρί που είχε.

Το μόνο που υπήρχε και άξιζε τότε για την εποχή, ήταν μία αγελάδα στο πρόχειρα περιφραγμένο οικόπεδο, πίσω από το σπίτι. Η αγελάδα αυτή ήταν και το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της παμφτωχης οικογένειας. Όλη τους η ζωή περιστρεφόταν γύρω από την αγελάδα:

-Τάισε την αγελάδα,

-Βάλε νερό στην Αγελάδα,

-Δέσε καλά την αγελάδα μη φύγει,

-Άρμεξε την αγελάδα να φάμε.

Σκοτώστε την Αγελάδα:

Έπεσαν για ύπνο, και το πρωί χαράματα πρίν ακόμη ξυπνήσει κανείς, δάσκαλος και μαθητής έφυγαν από το σπίτι.

Κατά τη διάρκεια της σύντομης επίσκεψής τους, είχαν γί­νει μάρτυρες μιας ζωής σχεδόν πλήρους εγκατάλειψης, αλλά ο νέος δεν ήταν σίγουρος για την αιτία της φρικτής ζωής που περνούσε η οικογένεια. Πώς είχαν επιτρέψει στον εαυτό τους να φτάσει σε αυτό το σημείο; Τι τους κρατούσε εκεί;

-Έμαθες κάτι από τη διανυκτέρευση μας; Ρώτησε ο δάσκαλος τον μαθητή του.

-Ναι, δάσκαλε! αυτό που κατάλαβα, είναι πως για να είναι οι άνθρωποι καλοί, φιλόξενοι, και να μοιραστούν μαζί σου κάτι, δε χρειάζεται να έχουν πολλά. Ο καλός άνθρωπος το κάνει και από το υστέρημα του. Δες αυτούς τους ανθρώπους. Είχαν λίγο γάλα από την αγελάδα τους και έφτιαχναν και ελάχιστο τυρί από αυτό και παρόλαυτα, το μοιράστηκαν μαζί μας. Μακάρι να μπορούσα να κάνω κάτι για αυτούς…

Ο δάσκαλος σταμάτησε να περπατά, κοίταξε το κενό και μετά από μία μικρή παύση, είπε στον μαθητή του:

-Μπορείς να κάνεις!

-Τι δάσκαλε; Δεν έχω λεφτά να τους αφήσω ωστε να ζήσουν καλύτερα ή να πάρουν μερικά ρούχα και παραπάνω φαγητό! Τι άλλο θα μπορούσα να κάνω για να τους βοηθήσω;

-Σκότωσε την αγελάδα τους! είπε ο δάσκαλος γυρίζοντας και δείχνοντας το οικόπεδο που η αγελάδα κοιμόταν.

-Μα… δάσκαλε! απάντησε ο μαθητής. Αν τη σκοτώσω, θα πεθάνουν από τη πείνα! Ήδη είναι σκελετωμένοι και πεινάνε! Αν σκοτώσω την αγελάδα, θα τους καταδικάσω σε θάνατο!

-Κάνε αυτό που σου λέω! Δε στο ζητάω! Το απαιτώ!

Ο μαθητής, μη μπορώντας να παρακούσει το δάσκαλο και μέντορα του, βγάζει το σουγιά του και με δάκρυα στα μάτια, πηγαίνει και κόβει τον λαιμό της αγελάδας.

-Μα γιατί το κάναμε αυτό δάσκαλε; Ολόκληρη οικογένεια ζόυσε από αυτή την αγελάδα… Μας φιλοξένησαν, μας τάισαν και έτσι δείχνουμε την ευγνωμοσύνη μας;

Ο δάσκαλος παρέμεινε σιωπηλός και του έκανε νόημα με το χέρι του να σταματήσει να μιλά, δείχνοντας του μπροστά ώστε να συνεχίσουν το δρόμο τους.

Το τέλος του ταξιδιού:

4 χρόνια πέρασαν, και αφού δάσκαλος και μαθητής είχαν γυρίσει πολλές πόλεις, χώρες, ο μαθητής είχε μάθει πως ζουν άλλοι λαοί και πλέον εκτιμούσε τους διαφορετικούς -από τον δικό του-, πολιτισμούς, παίρνοντας καθημερινά μαθήματα, από τον δάσκαλό του, το ταξίδι τους πλησίαζε στο τέλος του.

-Πριν να χωρίσουν οι δρόμοι μας, του λέει ο δάσκαλος θα σου μάθω και το πιο σημαντικό μάθημα που θα χρειαστείς στη ζωή σου. Πάμε να επισκεφτούμε το χωριό που σταματήσαμε να διανυκτερεύσουμε πριν 4 χρόνια.

-Μα… δάσκαλε! Εκεί σκοτώσαμε την αγελάδα! Αν αυτή οι οικογένεια ζει ακόμα, μπορεί να καταλάβουν πως το κάναμε εμείς και να θέλουν να μας εκδικηθούν!

Ο δάσκαλος χαμογέλασε και τον καθυσήχασε.

-Μη φοβάσαι! Πάμε να επισκεφτούμε τους φίλους μας που μας φιλοξένησαν.

Φτάνοντας στο χωριό, ο μαθητής προσπαθούσε να το αναγνωρίσει! Οι δρόμοι ήταν καλοφτιαγμένοι, τα σπίτια επίσης, νέες κατοικίες χτίζονταν, Υπήρχε πλεόν ένα ολοκαίνουριο ξενοδοχείο, φορτηγά με εμπορευματα πηγαινοέρχονταν στους δρόμους, υπήρχαν δυο μεγάλα σουπερ μάρκετ, εμπορικά καταστήματα, λαχαναγορά, και το μικρό χωριό μεταμορφωνόταν με μία μικρή κωμόπολη!

Πλησιάζοντας στο σπίτι που είχαν φιλοξενηθεί, βλέπουν στη θέση του ένα πανέμορφο ολοκαίνουριο σπίτι, και στη κάποτε γεμάτη λάσπες αυλή, έναν πανέμορφο κήπο. Ο δάσκαλος μαζί με τον έκπληκτο μαθητή, έσπρωξε την αυλόπορτα και αφού προχώρησε στο μονοπάτι ανάμεσα σε περιποιημένα λουλούδια, χτύπησε τη πόρτα.

Τη πόρτα άνοιξε ο ίδιος νεαρός αλλά αυτή τη φορά, ήταν ντυμένος με καλά ρούχα, χαμογελαστός και ήταν φανερό πως ζούσε μία καλή ζωή. Ο σαστισμένος μαθητής, έκανε προσπάθεια να τον αναγνωρίσει.

-Γειά σας, Δε ξέρω αν μας θυμάστε αλλά πριν 4 χρόνια μας είχατε φιλοξενήσει για ένα βράδυ, είπε ο δάσκαλος, συμπληρώνοντας: Είχαμε μείνει υπόχρεοι από τη φιλοξενία σας και γυρνώντας από το ταξίδι μας, είπαμε να σταματήσουμε και να δούμε τι κάνετε, καθώς και να σας ευχαριστήσουμε για ακόμη μία φορά.

Ο νεαρός οικοδεσπότης, τους θυμήθηκε, και τους κάλεσε μέσα στο σπίτι που φυσικά δε θύμιζε σε τίποτα τι καλύβα που έμεναν πριν 4 χρόνια.

-Μα… Τι έγινε; Ρώτησε απορημένος ο μαθητής. Που οφείλεται αυτή η τεράστια αλλάγή;

Ο νεαρός οικοδεσπότης γέλασε καλοπροάιρετα και είπε:

-Εκείνη τη νύχτα που φύγατε, όταν ξυπνήσαμε το πρωί, είδαμε την αγελάδα μας σφαγμένη. Πιαθανότατα κάποιος που ζήλεψε τη λιγοστή μας τύχη, την είχε σκοτώσει. Τις πρώτες μέρες μας είχε κυριέψει η απελπισία. Νομίζαμε πως θα πεθάνουμε από τη πείνα. Όμως εκείνη την ώρα, μου ήρθε μία ιδέα. πίσω από το σπίτι μας είχαμε μία μεγάλη έκταση που την είχαμε μόνο για να βοσκάει η αγελάδα.

Οργώσαμε όλη αυτή την έκταση και αρχίσαμε να καλλιεργούμε λαχανικά. Στην αρχή ότι παράγαμε, το τρώγαμε, αλλά μετά από λίγο καιρό μας περίσσευαν λαχανικά και τα πουλάγαμε στους γείτονες. Με αυτά τα χρήματα νοικιάσαμε και άλλες εκτάσεις και όλοι δουλεύμαε, πουλώντας τη σοδειά μας και κερδίζοντας περισσότερα.

Στη πορεία ανοίξαμε ένα μικρό μανάβικο, τα γύρω χωριά έρχονταν να αγοράζουν από εμάς, οι συγχωριανοί μας μας μιμήθηκαν ανοίγοντας και άλλα μαγαζιά και με αυτό το τρόπο, όλο το χωριό έγινε κάτι σαν εμπορικό κέντρο και όλοι οι κάτοικοι των γύρω περιοχών έρχονταν εδώ να ψωνίσουν.

Το μικρό μας μανάβικο, πέρυσι, έγινε σουπερ μάρκετ!

-Πλέον το χωριό μας έχει και μαγαζιά που πωλούν χοντρική σπόρους και ζωοοτροφές για τους αγρότες και τους κτηνοτρόφους, και όλοι απέκτησαν ένα καλύτερο επίπεδο ζωής! Μαζί με εμάς φυσικα, συμπλήρωσε ο νεαρός χαμογελώντας!

-Είδατε το ξενοδοχείο στο κέντρο της πόλης μας; Το έχτισε ο πατέρας μου με δύο συνεταίρους γιατί υπήρχε ανάγκη για τους χοντρεμπόρους και τους πελάτες να διανυκτερευουν στο χωρίο μας. Εγώ έχω την επίβλεψη σε όλες τις καλλιέργιες που έχουμε στην οικογενειακή επιχείρηση.

-Τελικά το καλύτερο που μας έτυχε στη ζωή μας ήταν ο θάνατος αυτής της αγελάδας!

Ο δάσκαλος, ευχαρίστησε τον νεαρό χαιρέτησαν την οικογένεια, και τράβηξαν το δρόμο τους.

Επίλογος:

-Δάσκαλε, συγνώμη που σε αμφισβήτησα. Το ήξερες από την αρχή ότι αυτό θα γινόταν, σωστά; Είπε ο μαθητής, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει όλα αυτά που είχε δει.

-Σημασία έχει να μου πεις τι έμαθες εσύ από αυτό, απάντησε ήρεμα ο δάσκαλος. Πιστεύεις ότι η οικογένεια και γενικά οι κάτοικοι αυτού του χωριού, θα είχαν επιτύχει τόσο πολλά τον τελευταίο χρόνο αν αυτη η οικογένεια είχε ακόμα την αγελάδα της;

-Όχι… Απάντησε αμέσως ο μαθητής!

-Τώρα καταλαβαίνεις; Η αγελάδα που τόσο αγαπούσαν και περιποιούνταν ως πολύτιμη περιουσία ήταν αυτή που στην πραγματικότητα τους κρατούσε δέσμιους σε μια ζωή φτώχειας και μετριότητας. Τους παρηγορούσε η ιδέα ότι η αγελάδα τους προστάτευε από τη συντριβή. Αλλά μόνο όταν έχασαν αυτή την ψεύτικη ασφάλεια αναγκάστηκαν να στρέψουν το βλέμμα τους προς μια νέα κατεύθυνση.

-Με άλλα λόγια, η αγελάδα, την οποία θεωρού­σαν ευλογημένη, τους έκανε να νιώθουν ότι δε ζούσαν μέσα στην απόλυτη φτώχεια, ενώ στην ουσία ζούσαν μέσα σε από­λυτη μιζέρια, παρατήρησε ο μαθητής.

-Ακριβώς, απάντησε ο γέροντας. Αυτό συμβαίνει όταν πείθεις τον εαυτό σου ότι το λίγο που έχεις είναι παραπάνω κι από αρκετό. Η σκέψη αυτή από μόνη της γίνεται μια βαριά αλυσίδα που σε εμποδίζει να αναζητήσεις κάτι καλύτερο.

-Η υποχωρητικότητα αρχίζει να κυβερνά τη ζωή σου. Μαθαίνεις να αποδέχεσαι τις καταστάσεις, παρόλο που δεν είσαι καθό­λου ικανοποιημένος απ’ αυτές. Ξέρεις ότι δεν είσαι ευτυχι­σμένος με τη ζωή σου, αλλά δεν είσαι και τελείως δυστυχι­σμένος.

-Είσαι απογοητευμένος με τη ζωή που αντιμετωπίζεις, αλλά δε σε ενοχλεί τόσο ώστε να κάνεις κάτι γι’ αυτό. Βλέπεις πόσο τραγικό είναι αυτό;

-Όταν έχεις μία δουλειά που δε σου επτρέπει να ζήσεις ή να τραφείς, είναι έυκολο να την αλλάξεις. Όταν όμως αυτή, σου επιτρέπει να πληρώνεις κάποια χρέη σου και σε ντύνει και σε ταίζει, είναι πολύ εύκολο το να πέσεις στη παγίδα του να είσαι ικανοποιημένος που απλά έχεις «κάτι».

Άλλωστε όλοι γύρω σου θα σου λένε πως άλλοι που έχουν λιγότερα θα ήταν ευγνώμονες με το να έχουν τη δουλειά σου…

Όπως συνέβαινε και με την αγελάδα, αυτή η στάση θα σε κρατάει πάντα πίσω στη ζωή σου.

Αν δεν απαλλαγείς απ’ αυτήν, δε θα μπορέσεις ποτέ να βιώσεις κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που ήδη γνω­ρίζεις.

Θα καταδικαστείς να είσαι ισόβιο θύμα των περιορισμών που εσύ ο ίδιος επέβαλες στην ύπαρξή σου.

Είναι σχεδόν σαν να έχεις αποφασίσει να κλείσεις τα μάτια σου στην αφετηρία της διαδρομής και να προσεύχεσαι για το καλύτερο…

Ζήσε τη ζωή σου ή ζήσε τις δικαιολογίες σου:

Όλοι έχουμε αγελάδες στη ζωή μας. Κουβαλάμε το βαρύ φορτίο των λανθασμένων πεποιθή­σεων, των προφάσεων, των φόβων και των δικαιολογιών μας. Το τραγικό είναι ότι όλοι αυτοί οι περιορισμοί, που επιβάλλου­με στον εαυτό μας, μας κρατούν δέσμιους μιας μέτριας ζωής.

Όχι μόνο αυτό, πρόσθεσε ο γέροντας. Πολλοί άνθρωποι διατηρούν και προβάλλουν πεισματικά τις προφάσεις που αφορούν το γιατί δεν μπορούν να ζήσουν τη ζωή που πάντα ονειρεύονταν.

Κατασκευάζουν σχεδόν πιστευτές δικαιολογίες για να εξηγήσουν στους άλλους τις καταστάσεις και ύστερα συνεχίζουν να ζουν μια ζωή εσωτερικής ταραχής, καθώς συ­νειδητοποιούν ότι αυτές οι εξηγήσεις, αν και πειστικές για τους άλλους, δεν έχουν καμία αξία για τους ίδιους.

Σκοτώστε την αγελάδα! Στα πάντα. Στη δουλειά που δε σας ικανοποιεί, τη σχέση σας, τους φίλους… Στα πάντα… Δικαιολογίες πάντα θα υπάρχουν…

Η άρρωστη μάνα μου, τα παιδιά μου, η γυναίκα μου, ο άντρας μου, η κρίση, το κεφάλαιο, οι έχοντες, η άδικη ζωή κ.α…

Σκοτώστε την αγελάδα και Ζήστε… Μπορείτε!

Βασισμένο στο βιβλίο: Μια αγελάδα μια φορά του ΔΡ. ΚΑΜΙΛΟ ΚΡΟΥΖ – εκδόσεις Πατάκη.

Παναγιώτης Γ. Κορφοξυλιώτης

Διαβάστε και τα υπόλοιπα άρθρα από το Blog μας! Θέλετε κάτι διαφορετικό; Επισκεφτείτε το Site της επώνυμης γνώμης!