Μου έχουν προσάψει, από την αρχή αυτής της ιστορίας, ότι «δεν φοβάμαι».
Ότι πάσχω από κάποιας μορφής κοινωνιοπάθεια, που με καθιστά αδιάφορο απέναντι στο θάνατο, όχι μόνο αγνώστων συμπολιτών μου, αλλά ακόμη και στενών συγγενικών μου προσώπων και, εν τέλει, απαθή απέναντι και στο δικό θάνατο — σχεδόν μια φροϋδική «ενόρμηση αυτοκαταστροφής».

Δεν είναι αλήθεια.
Δεν είμαι τόσο γενναίος.
Φοβάμαι πάρα πολύ και πάρα πολλά.
Φοβάμαι όταν ο υφυπουργός πολιτικής προστασίας δηλώνει ξεδιάντροπα ότι «η πολιτεία γνωρίζει ποιοί πέρασαν τα διόδια».

Φοβάμαι όταν ο υπουργός «προστασίας του πολίτη» δηλώνει ότι δεν τρέχει τίποτα αν τα κανάλια έδειξαν παραποιημένες εικόνες συνωστισμού από την παραλία της Θεσσαλονίκης, επειδή η εξαπάτηση και η τρομοκράτηση γίνεται για καλό σκοπό.

Φοβάμαι όταν ο αξιότιμος κύριος πρωθυπουργός δηλώνει ασταμάτητα ότι «βρισκόμαστε σε πόλεμο», επειδή γνωρίζω ότι στον «πόλεμο» ο πρώτος στόχος είναι ο εσωτερικός εχθρός, οι ανυπάκουοι και αυτοί που εγείρουν αμφιβολίες για τη χρησιμότητα αυτού του «πολέμου».

Φοβάμαι πολύ όταν η εκφωνήτρια της τηλεόρασης αναγγέλλει με το πιο φυσικό ύφος ότι η αστυνομία παρακολουθεί λογαριασμούς χρηστών στα κοινωνικά δίκτυα.

Φοβάμαι ακόμα περισσότερο όταν αυτή η φρικώδης παραδοχή, ενός κράτους που έχει κηρύξει πόλεμο εναντίον των πολιτών του, γίνεται δεκτή με «ρεαλισμό» και υφάκι συγκατάβασης, γιατί «έλα μωρέ που πέφτεις από τα σύννεφα» και «έλα μωρέ πάντα έτσι γινόταν».

Φοβάμαι όταν όλοι αυτοί οι λαλίστατοι δημόσιοι διανοούμενοι, οι «φιλελεύθεροι» καθηγητάδες και άλλες μεγαλόσχημες περσόνες, που 5 χρόνια συνεχόμενα γάβγιζαν για τις «θεσμικές εκτροπές» της προηγούμενης κυβέρνησης, δεν βρήκαν ούτε μισή λέξη να πουν για την κατρακύλα αυταρχισμού που έχουμε περιπέσει.

Φοβάμαι την συστηματική υπόθαλψη μιας κουλτούρας κατάδοσης, που μετατρέπει τον πολίτη σε αστυνόμο και καταδότη του γείτονά του.

Φοβάμαι το εχθρικό βλέμμα της γυναίκας στο μινιμάρκετ, επειδή την πλησίασα «υπερβολικά» στην ουρά για το ταμείο.

Φοβάμαι μην κάνω κάποιο μικρό λάθος, αφηρημένος, στη συμπλήρωση της ώρας και της ημερομηνίας στο θλιβερό αδειόχαρτο, και μου αποσπάσουν δια της βίας ένα χρηματικό ποσό που χρειάζομαι πολλές μέρες για να αναπληρώσω.

Φοβάμαι να επισκεφθώ τη μητέρα μου να μου δώσει ένα πιάτο φαγητό, επειδή οι επισκέψεις απαγορεύονται και ο μόνος τρόπος να δεις τον άνθρωπό σου είναι να πεις ψέματα, ταπεινώνοντας τον εαυτό σου και κουρελιάζοντας την αίσθηση αυτοεκτίμησης σου.

Ο λόγος που γράφω, αιχμηρά και ελάχιστα διπλωματικά όπως παρατήρησε ένας φίλος, δεν είναι ότι δεν φοβάμαι.

Γράφω διότι δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά. Είναι πάνω από τις δυνάμεις μου να μένω σιωπηλός μπροστά σε όσα φρικτά συμβαίνουν, παρότι μια κακώς νοούμενη «λογική» μου υπαγορεύει «κάτσε στα αυγά σου μη βρεις μπελά».

Είναι ένα αίσθημα δικαίου που με πνίγει, όσο κι αν προσπαθώ να το καταπιέσω.
Και όσοι θεωρήσετε αυτή την «εξομολόγηση» φτηνό μελόδραμα και γραφικότητα, δεν σας κακίζω, μπορεί να είναι κι έτσι, από τη δική σας οπτική γωνία και τον δικό σας ηθικό γνώμονα.

Για τη δική μου ηθική πυξίδα και τον δικό μου γνώμονα, θα ισχύει πάντοτε 1+1=2, όσοι κι αν πουν το αντίθετο.

Αναρτηση στο Facebook του Ioannis G. Mavros

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.